top icon
Αγωνιστικά αυτοκίνητα

Aston Martin DBR1 – Μια πρωταθλήτρια με χαρακτήρα

Η πανέμορφη «DBR1», του παγκοσμίου πρωταθλήματος ταχύτητας και αντοχής σπορ αυτοκινήτων της δεκαετίας του ’50, υπήρξε μέχρι τώρα το πιο επιτυχημένο αγωνιστικό στην ιστορία της Αston Martin.

Aπό τα τέλη του 1946 μια νέα εποχή είχε ξεκινήσει για την Αston Martin, καθώς η πλειοψηφία των μετοχών της βρισκόταν πλέον στα χέρια του επιχειρηματία Ντέιβιντ Μπράουν, ενός επιτυχημένου κατασκευαστή κιβωτίων ταχυτήτων με περαιτέρω οράματα και ανησυχίες. Εκείνος είχε κατά νου τη συμμετοχή της νέας του εταιρείας στους αγώνες, στους οποίους άλλωστε διατηρούσε καλό όνομα στη Βρετανία, με στόχο τις νίκες διεθνούς επιπέδου και την κατάκτηση σημαντικών τίτλων. Για να πραγματοποιήσει το όνειρό του, ο νέος ιδιοκτήτης είχε στη διάθεσή του τον 6κύλινδρο σε σειρά κινητήρα της Lagonda με τους δύο εκκεντροφόρους επικεφαλής, τον τελευταίο ίσως που σχεδίασε στη μακρά και γεμάτη εμπνεύσεις σταδιοδρομία του ο Γουόρεν Όουεν Μπέντλεϊ. Όπως στη συνέχεια αποδείχτηκε, αυτό το μηχανικό σύνολο ήταν η βάση για πολλές από τις μετέπειτα επιτυχίες της Aston Martin. Στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’50 η βρετανική εταιρεία πήγαινε πολύ καλά με τα 6κύλινδρα αγωνιστικά της, κερδίζοντας και αρκετές νίκες στις κατηγορίες που αυτά ήταν πιστοποιημένα, ωστόσο δεν κατάφερνε ποτέ να απειλήσει τις Jaguar, τις Ferrari και τις Maserati στις μεταξύ τους μάχες για τη νίκη στην γενική κατάταξη. Οι πιο σημαντικές επιτυχίες εκείνης της περιόδου για τις τρίλιτρες «DB3S» ήταν η κατάληψη όλων των θέσεων του βάθρου των νικητών στον αγώνα σπορ αυτοκινήτων του Silvestone το 1954, καθώς και ένας τερματισμός στη δεύτερη θέση των «24 ωρών» του Μαν την επόμενη χρονιά, με οδηγούς τους Πίτερ Κόλινς και Πολ Φρερ. Η σχεδίαση του νέου αγωνιστικού, που θα αποτελούσε την «αιχμή του δόρατος» για την εταιρεία, ξεκίνησε νωρίς, στις αρχές του 1956. Το σωληνωτό πλαίσιο, με τη διάταξη του χωροδικτυώματος και την τελική διαμόρφωση του αμαξώματος έφερε εις πέρας ο Ted Cutting, επικεφαλής σχεδιασμού της Αston Martin. Το αυτοκίνητο διέθετε δισκόφρενα της Girling και ήταν 25 κιλά ελαφρύτερο από τη «DB3S», ενώ οι αναρτήσεις του προέρχονταν από αυτή.

DBR1

Με τον 6κύλινδρο κινητήρα των 2.5 λίτρων και κιβώτιο ταχυτήτων κατασκευασμένο από την «David Brown», η «DBR1/1» πήρε το «βάπτισμα του πυρός» στις «24 ώρες» του Μαν το 1956, με οδηγούς τον Τόνι Μπρουκς και τον Ρεγκ Πάρνελ. Η νέα Αston Martin εγκατέλειψε με προβλήματα στον κινητήρα και δεν εμφανίστηκε ξανά εκείνη τη χρονιά, η οποία έληξε με σημαντικές διοικητικές αλλαγές, καθώς ο John Wyer ανέλαβε τη γενική διεύθυνση της ομάδας και ο Ρεγκ Πάρνελ την αγωνιστική. Σημαντικά αναβαθμισμένη και ισχυροποιημένη, η «DBR1/1» έλαβε μέρος στους δύο πρώτους αγώνες του 1957, αποκομίζοντας δύο συνεχόμενους τερματισμούς στη δεύτερη θέση της γενικής κατάταξης. Το 1957 οι επικεφαλής της Aston Martin αποφάσισαν να ισχυροποιήσουν το νέο τους αγωνιστικό, με την τρίλιτρη έκδοση του 6κύλινδρου κινητήρα, ο οποίος προερχόταν από τις «DB3S». Tα αποτελέσματα ήταν πολύ θετικά και το Μάιο της ίδιας χρονιάς η «DBR1/2» έκανε την πρώτη της νίκη, με οδηγό τον Τόνι Μπρουκς, στα 200 χλμ. του Grand Prix σπορ αυτοκινήτων του Spa. Aκολούθησαν άλλες δύο, με τον ίδιο στο τιμόνι, στα 1.000 χλμ. του Νurburgring και στις «3 ώρες» του Spa. Στη συνέχεια η «DBR1/2», αναβαθμισμένη για την περίσταση στα 3.7 λίτρα, κέρδισε με πιλότο τον Ρόι Σαλβαντόρι τον αγώνα σπορ αυτοκινήτων άνω των 1.500 κ.εκ. στο Silverstone. Στο τέλος εκείνης της χρονιάς, οι αλλαγές των κανονισμών και ο περιορισμός της χωρητικότητας των κινητήρων στα τρία λίτρα για τα σπορ πρωτότυπα, έβαζαν εκτός μάχης αυτοκίνητα που μέχρι τότε πρωταγωνιστούσαν. Jaguar «DType», Maserati «450S» και Lister Special βρέθηκαν εκτός εποχής και ουσιαστικά παροπλίστηκαν. Παράλληλα, η Μaserati ανακοίνωσε την αποχώρησή της από τους αγώνες, επικαλούμενη οικονομικούς λόγους. Οι εξελίξεις αυτές ευνοούσαν εν μέρει την Αston Martin, της οποίας το αγωνιστικό ήταν συμβατό με τους νέους κανονισμούς. Την επόμενη χρονιά, θα είχε μπροστά της μόνο τη Ferrari

DBR1

O πιο σημαντικός στόχος του 1958 για το αγωνιστικό τμήμα της Αston Martin ήταν η νίκη στις «24 ώρες»του Μαν. Η προετοιμασία για την περίφημη κούρσα αντοχής είχε ξεκινήσει αρκετό καιρό πριν, με σκοπό να φανερωθούν οι όποιες τεχνικές αδυναμίες και να αντιμετωπιστούν καταλλήλως. Τρεις εβδομάδες πριν το μεγάλο αγώνα η «DBR1/3» πήρε μέρος στα 1.000 χλμ. του Nurburgring, νικώντας το circuit των 22 χιλιομέτρων με οδηγούς τον Τζακ Μπράμπαμ και τον Στίρλινγκ Μος. Οι περιστάσεις έδειχναν ιδανικές πλέον για τη βρετανική ομάδα, που πήγαινε στο Λε Μαν με μεγάλη αισιοδοξία. Όμως στις «24 ώρες» του Ιουνίου όλα τα εργοστασιακά αγωνιστικά εγκατέλειψαν, αφήνοντας τη Ferrari ανενόχλητη στο δρόμο της για τη νίκη. Ειρωνικό ή όχι, στη δεύτερη θέση της γενικής κατάταξης τερμάτισε ένα αυτοκίνητο της Αston Martin, που όμως δεν ήταν παρά μια παλαιότερη έκδοση της «DB3S» με πλήρωμα τους Πίτερ και Γκρέιαμ Γουάιτχεντ. Η συνέχεια ήταν λιγότερο απογοητευτική, καθώς η εταιρεία ξαναγύρισε στις νίκες στο «Tourist Trophy» με την «DBR1/2», την οποία οδήγησαν εκεί οι Τόνι Μπρουκς και Στίρλινγκ Μος. Ο τελευταίος δεν έχασε την ευκαιρία με το ίδιο αυτοκίνητο να αρχειοθετήσει και ορισμένες νίκες σε εξωπρωταθληματικούς αγώνες. Η επιτυχία στο «Τourist Trophy» έδωσε στην Αston Martin τη δεύτερη θέση στην τελική κατάταξη του Παγκόσμιου Πρωταθλήματος Σπορ Αυτοκινήτων.

DBR1

Το 1959 η Αston Martin συμμετείχε για πρώτη φορά στο πρωτάθλημα της Formula 1. H σύντομη εμπλοκή της –που περιορίστηκε σε τέσσερις αγώνες εκείνη τη χρονιά και σε μόλις ένα την επόμενη- βασίστηκε σε ένα 6κύλινδρο μονοθέσιο («DBR4») με τον κινητήρα τοποθετημένο μπροστά, τον καιρό που εκείνος έβρισκε την οριστική του θέση στο πίσω μέρος. Χωρίς τον Τζιμ Κλαρκ -που τόσο ήθελε ως πιλότο- και μη έχοντας ανταγωνιστικό αυτοκίνητο, η βρετανική εταιρεία αποσύρθηκε νωρίς από τα Grand Prix. Όμως, στους διεθνείς αγώνες σπορ αυτοκινήτων, η Αston Martin ήταν πλέον ένας από τους μεγάλους πρωταγωνιστές. Το Μάιο του 1959 κέρδισε τα 1.000 χλμ. του Νurburgring για τρίτη συνεχόμενη χρονιά, έχοντας στο cockpit της «DBR1/1» τους κορυφαίους πιλότους της εποχής, τους Στίρλινγκ Μος και Τζακ Μπράμπαμ. Στις «24 ώρες» του Μαν η ομάδα παρουσιάστηκε καλά οργανωμένη, συμμετέχοντας με τρία αυτοκίνητα και συγκεκριμένη αγωνιστική στρατηγική. Ο Στίρλινγκ Μος με την «DBR1/3» τέθηκε επικεφαλής τις πρώτες ώρες του αγώνα, επιβάλλοντας φρενήρεις ρυθμούς, για να εξαντλήσει τις τέσσερις πανίσχυρες Ferrari που είχε στείλει στη Γαλλία το ιταλικό εργοστάσιο. Ώσπου το αυτοκίνητό του να εγκαταλείψει με μηχανικά προβλήματα, δύο από τα αγωνιστικά της Scuderia είχαν τεθεί εκτός μάχης. Μόλις αποσύρθηκε και το τρίτο, η «DBR1/2» των Κάρολ Σέλμπι και Ρόι Σαλβαντόρι τέθηκε επικεφαλής και παρέμεινε εκεί έως τη λήξη του αγώνα. Στη δεύτερη θέση τερμάτισε η «DBR1/4» των Μορίς Τρεντινιάν και Πολ Φρερ, ολοκληρώνοντας το θρίαμβο για την Αston Martin. Όμως, υπήρχαν και ακόμη καλύτερα νέα για τους Βρετανούς, ως το τέλος εκείνης της αξέχαστης περιόδου: Η «DBR1/2» μετά το Le Mans νίκησε και στο «Tourist Trophy» με οδηγούς τους Κάρολ Σέλμπι, Τζακ Φέρμαν και Στίρλινγκ Μος. Στην τέταρτη θέση είδε τη σημαία του τερματισμού η «DBR1/4» των Μορίς Τρεντινιάν και Πολ Φρερ, προσφέροντας στην Aston Martin τους απαραίτητους βαθμούς για την κατάκτηση του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος Σπορ Αυτοκινήτων, δύο μόλις περισσότερους από τη Ferrari!

DBR1

Έχοντας πλέον εκπληρώσει τους στόχους που έθεσε με τη συμμετοχή της, η Αston Martin αποσύρθηκε από το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Σπορ Αυτοκινήτων. Aπό το 1964 η αγωνιστική δραστηριότητά της περιορίστηκε σημαντικά. H συνεργασία για την κατασκευή των σασί με την Lola έφερε κάποια παρουσία στο Mαν το 1967, χωρίς όμως συνέχεια. Oι φίλοι των αγώνων αντοχής ξαναείδαν έκτοτε τα αυτοκίνητα της βρετανικής εταιρείας τη δεκαετία του ’80, να συμμετέχουν ως Nimront-Aston Martin στην κατηγορία των «τρομερών» πρωτοτύπων του Group C. Kι αυτό όμως, μόνο για λίγο.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

Ακολουθήστε το 4troxoi στο Google News και μάθετε πρώτοι όλα τα νέα!

ΤΙΜΕΣ - ΤΕΧΝΙΚΑ